ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΚΑΙ ΖΕΟΛΙΘΟΣ

Διαβάστε πως ο Ζεόλιθος (Κλινοπτιλόλιθος) μειώνει το κόστος εκτροφής

  • Η προσθήκη ζεόλιθου δίνει τη δυνατότητα μείωσης ίσης τουλάχιστον ποσότητας των ακριβότερων συστατικών ενός διατροφικού μίγματος (π.χ. σόγιας), χωρίς καμμία αρνητική επίπτωση στο ενεργειακό περιεχόμενο της τροφής.
  • Μειώνει τη μεταβολική ενέργεια που απαιτείται αξιοποιώντας έτσι με τον πιο αποδοτικό τρόπο την τροφή.
  • Αυξάνει τη μετατρεψιμότητα της τροφής σε βάρος ζώου.
  • Στα διατροφικά μίγματα των ζώων, προάγει την ασφάλεια της τροφής καθώς την απαλλάσσει από πιθανές προσβολές μυκήτων, αφλατοξινών ή άλλων παθογόνων μικροοργανισμών.
  • Η αφυγραντική ικανότητά του συντελεί στη δημιουργία ζωοτροφών πιο ομοιογενών, εύθρυπτων και μαλακών, χωρίς προβλήματα κατά τη διαδικασία παραγωγής.
  • Προάγει τις φυσιολογικές βιολογικές διεργασίες του ζώου και ενισχύει το ανοσοποιητικό του σύστημα, μειώνοντας τις ανάγκες για φαρμακευτική αγωγή και αντιβιώσεις.
  • Βελτιώνει τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων καθώς τα κόπρανά τους είναι λιγότερο υδαρή και χωρίς έντονη οσμή.

 

Ο ζεόλιθος είναι 100% φυσικό – αδρανές προϊόν εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως πρόσθετο ζωοτροφής (Kαν.ΕΕ 651/2013).

Όταν πληροί τις προδιαγραφές ποιότητας της ΕΕ είναι ασφαλές προϊόν απαλλαγμένο από βαρέα μέταλλα, διοξίνες και μικροβιακό φορτίο.

Η χρήση του πρέπει να γίνεται στις σωστές δοσολογίες μετά από υπόδειξη του υπεύθυνου κτηνιάτρου της μονάδας.

 

Τρόποι χρήσης ζεολίθου στην κτηνοτροφία για μέγιστα δυνατά αποτελέσματα

• Προσθήκη στο σιτηρέσιο

 Είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προσθήκης ζεολίθου. Προσφέρει σημαντική βελτίωση στην υγεία των ζώων και στην παραγωγικότητά τους.

Ο ζεόλιθος προστιθέμενος στην τροφή των ζώων:

  1. απορροφά την υγρασία της τροφής
  2. δεσμεύει βαρέα μέταλλα και τοξίνες
  3. βοηθάει στην καλύτερη διαχείριση της τροφής και των θρεπτικών τα οποία απορροφάει ο οργανισμός για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα βελτιώνοντας τη διαδικασία της πέψης
  4. προστατεύει το όλο μίγμα τροφής από ανάπτυξη μυκήτων και τοξινών, οπότε  δεν υπάρχει μικροβιακό φορτίο.

 

• Εφαρμογή στη στρωμνή

Ο ζεόλιθος χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος διαβίωσης των ζώων.

Χάρη στις μοναδικές ιδιότητες του κλινοπτιλόλιθου, όπου εφαρμόζεται αυξάνει κατακόρυφα την υγιεινή του χώρου, μειώνοντας δραστικά την υγρασία και τις δυσάρεστες μυρωδιές από αμμωνία, θειικές ενώσεις, διοξείδιο του άνθρακα και άλλα επιβλαβή αέρια.

Με αυτό τον τρόπο, προσφέρουμε καλύτερο περιβάλλον τόσο στα ζώα όσο και στους εργαζόμενους στο χώρο.

Ειδικά για το ζεόλιθο στρωμνής ZeoEco

Είναι μία αγνή, φυσική, υγιεινή σκόνη (ζεόλιθος), χωρίς χημικά ή φωσφορικά άλατα και απαλλαγμένα από επιβλαβείς προσμίξεις όπως βαρέα μέταλλα, διοξίνες κλπ.,που έχει εξαιρετική ικανότητα δέσμευσης σε αμμωνία, θειικές ενώσεις και μεθάνιο, χάρη στην υψηλή ιοντο-ανταλλακτική του ικανότητα.

 

Αποτέλεσμα:

  1. Πιο καθαρό και υγιεινό περιβάλλον
  2. Μείωση δυσάρεστων οσμών
  3. Διατήρηση υγρασίας σε χαμηλά επίπεδα
  4. Λιγότερα έντομα στους χώρους στέγασης των ζώων
  5. Υγιέστερες οπλές και νύχια
  6. Μείωση της συχνότητας μυοσκελετικών παθήσεων στα ζώα και βελτίωση της συνολικής τους κατάστασης.
  7. Παραγωγή οικολογικού λιπάσματος, καθώς ο ζεόλιθος χρησιμοποιείται και στη βιολογική γεωργία.

 

• Προσθήκη στην κοπριά

 Δημιουργία άριστου οργανικού εδαφοβελτιωτικού. Η κοπριά πλέον των ζώων είναι ένα ασυναγώνιστο οργανικό λίπασμα με προστιθέμενη αξία.

Ο ζεόλιθος αυξάνει και δεσμεύει το άζωτο στην κοπριά, ώστε να είναι προσιτό στα φυτά χωρίς να είναι υδατοδιαλυτό.

 Η εισαγωγή στο έδαφος της εμπλουτισμένης με ζεόλιθο κοπριάς, βοηθάει στην αύξηση της υδατοϊκανότητας, της συγκράτησης του αζώτου και λοιπών θρεπτικών στοιχείων στη ζώνη των ριζών και  στη σωστή διαχείριση ασβεστίου και καλίου. Έτσι, το μίγμα κοπριάς-ζεόλιθου αποτελεί άριστο εδαφοβελτιωτικό.

Με την προσθήκη του ζεόλιθου στην κοπριά παίρνουμε επίσης και περιβαλλοντικά οφέλη με έμμεσο οικονομικό αντίκτυπο , όπως : 

  1.  Έλεγχος οσμών. Ο ζεόλιθος μειώνει την έκλυση αμμωνίας, υδρόθειου και μεθανίου στους χώρους εκτροφής και αποθήκευσης κοπριάς.
  2.  Περιορισμός πληθυσμού των μυγών λόγω της λιγότερης έκλυσης αερίου αμμωνίας και μικρότερου ποσοστού υγρασίας στην κοπριά.
  3.  Μείωση προβλημάτων μόλυνσης υπογείων υδάτων από νιτρικά και νιτρώδη άλατα, δέσμευση  αζώτου και βαρέων μετάλλων.
  4.  Παραγωγή οικολογικού λιπάσματος με χρήση και στη βιολογική γεωργία.
  5.  Αύξηση παραγωγής βιοαερίου

Το ZeoEco μειώνει τις οσμές όχι μόνο των σταβλικών εγκαταστάσεων αλλά και των γύρω χώρων, ακόμα και κατά τη διάρκεια εφαρμογής της κοπριάς.

Το  ZeoEco παραμένει στην κοπριά που εφαρμόζεται στους αγρούς, ενσωματώνεται στο έδαφος ως ορυκτό και δεσμεύει περαιτέρω αμμωνιακά ιόντα. Τα θρεπτικά συστατικά διατηρούνται στο έδαφος και συντελούν στην ανάπτυξη των φυτών. Το έδαφος μακροπρόθεσμα γίνεται πιο αποδοτικό.

 

Εφαρμογή στην κοπριά και απαιτούμενες ποσότητες ανά κατηγορία:

Αγελάδες:

60-80 g/κεφαλή/ημέρα  σε στερεή επιφάνεια, όχι σχάρες

Μόσχοι: 

50-70 g/κεφαλή/ημέρα

Πουλερικά:

80-120 g/m2/ημέρα

Χοίροι:

50-70 g/m2/ημέρα

Άλογα:

100-150 g/m2/ημέρα

 Συνιστώμενες κοκκομετρίες:  0,5-1 mm/ 0-1 mm

 

Η χρήση του ζεόλιθου στην Κτηνοτροφία

• Δεσμεύει μυκοτοξίνες
• Προλαμβάνει τη δυσπεπτική οξέωση
• Μειώνει την εμφάνιση της διάρροιας
• Βελτιώνει την αξιοποίηση της τροφής
• Βελτιώνει το ρυθμό αύξησης των μοσχαριών
• Αυξάνει το τελικό σωματικό βάρος

ΑΦΛΑΤΟΞΙΝΕΣ:
• Παράγονται από μύκητες (μούχλες) του γένους Aspergillus spp. που αναπτύσσονται στις ζωοτροφές.
• Εντοπίζονται συχνά ακόμα και σε φαινομενικά <<καθαρές>> ζωοτροφές.
• Στο γάλα εμφανίζονται μόνο το 1-2% των αφλατοξινών που καταναλώνει το ζώο.
• Προκαλούν σημαντικές οικονομικές απώλειες γιατί:

1) Επιβαρύνουν την υγεία του ζώου και μειώνουν την παραγωγικότητα του
2) Οι γαλακτοβιομηχανίες δεν παραλαμβάνουν το γάλα που περιέχει αφλατοξίνες >0,5 ppb.

Οι αφλατοξίνες αντιμετωπίζονται στην πράξη με:
1) Την απομάκρυνση των προσβεβλημένων ζωοτροφών
2) Την προσθήκη στις ζωοτροφές μυκοδεσμευτικών ουσιών.

Ο ζεόλιθος είναι ένα φυσικό προϊόν εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως δεσμευτικό αφλατοξινών (EU directive 70/524/CEE) και οικονομικότερο σε σχέση με τα συνήθη χρησιμοποιούμενα μυκοδεσμευτικά.

Ο ζεόλιθος της Zeoprofit Hellas P.C.:
• Έχει υψηλή περιεκτκότητα σε κλινιπτιλόλιθο (93%)
• Είναι πιστοποιημένος με FAMI-QS, ISO 9001:2001 και ISO 22000:2005
• Διατίθεται σε δύο κοκκομετρίες.

Διαρροϊκό σύνδρομο νεογέννητων μόσχων
• Αποτελεί την κυριότερη αιτία θανάτου των νεογέννητων μόσχων.
• Τα εντεροτοξινογόνα στελέχη της E. Coli αποτελούν έναν από τους κυριότερους παράγοντες πρόκλησης διάρροιας σε μόσχους ηλικίας λίγων ημερών.
• Η πρόληψη του συνδρόμου στηρίζεται:
i. Στον εμβολιασμό των αγελάδων στο τελευταίο στάδιο της κυοφορίας με εμβόλια που περιέχουν αντιγόνα Κ-99 και F-41 της E. Coli.
ii. Στην έγκαιρη χορήγηση στους μόσχους επαρκούς ποσότητας πρωτογάλακτος άριστης ποιότητας.

Ο ζεόλιθος είναι ένα φυσικό προϊόν εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως πρόσθετο ζωοτροφών (EU Regulation 1810/2005). Η συστηματική χρήση του στις εκτροφές βοοειδών συμβάλλει αποτελεσματικά στην πρόληψη των περιστατικών διάρροιας στους νεογέννητους μόσχους γιατί:
1) Η χορήγηση του στις έγκυες αγελάδες που εμβολιάζονται κατά της E. Coli αυξάνει τη συγκέντρωση ανοσοσφαιρινών του πρωτογάλακτος.
2) Η χορήγηση του στους νεογέννητους μόσχους με το πρωτόγαλα αρχικά, και με το γάλα, στη συνέχεια:

• Αυξάνει την απορρόφηση των ανοσοσφαιρινών του πρωτογάλακτος.
• Μειώνει σημαντικά τα ποσοστά εμφάνισης δοάρροιας.
• Μειώνει σημαντικά τη διάρκεια του νοσήματος σε όσους μόσχους εμφανίσουν διάρροια.

26219561 324900101328510 7011160281995739574 n

 

Η Χρήση του Κοβαλτίου στη διατροφή των ζώων

Επιμέλεια κειμένου: Μιχελή Παναγιώτα, Msc Γεωπόνος

Το κοβάλτιο συναντάται κυρίως στο συκώτι, τα νεφρά, το πάγκρεας και τη σπλήνα, ενωμένο με πρωτεΐνη και είναι συστατικό του μορίου της βιταμίνης Β12 σε ποσοστό 4%, η οποία συντίθεται από τα μικρόβια των προστόμαχων και του τυφλού εντέρου των μηρυκαστικών. Το κοβάλτιο επίσης συμμετέχει σε ενζυμικά συστήματα των ζώων.
Όταν οι ζωοτροφές που χορηγούνται στα μηρυκαστικά είναι φτωχές σε Co, τότε τα συμβιωτικά μικρόβια (βακτήρια, πρωτόζωα) δεν μπορούν να σχηματίσουν την βιταμίνη Β12 σε ποσότητες που να ικανοποιούν τα ζώα, με αποτέλεσμα αυτά να εμφανιστούν συμπτώματα έλλειψης της βιταμίνης Β12.
Υπό κανονικές συνθήκες οι ζωοτροφές των μηρυκαστικών περιέχουν Co και επομένως δεν θα παρουσιαστεί έλλειψη σε βιταμίνη Β12. Όμως, σε πολλές περιοχές του πλανήτη μας ( Φλόριντα, Μίτσιγκαν, Γουισκόνσιν, Νιού Χάμσαϊαρ, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία, Ολλανδία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία, Κένυα, Εσθονία) έχει παρατηρηθεί ανεπάρκεια Co στα βόσκοντα μηρυκαστικά επειδή το έδαφος των βοσκών των περιοχών αυτών είναι φτωχό σε Co. H ανεπάρκεια του Co στα ζώα έχει πάρει διάφορες τοπικές ονομασίες στις περιοχές που αυτή παρατηρήθηκε, όπως ενζωοτικός μαρασμός, φθίνουσα κατάσταση, ασθένεια των ακτών, ασθένεια της λείξης κλπ.
Τα πιο ευπαθή στην ανεπάρκεια Co μηρυκαστικά είναι κατά σειρά τα νεαρά πρόβατα, ακολουθούν τα ενήλικα πρόβατα, τα μοσχάρια έως 1,5 χρόνων και τέλος τα ενήλικα βοοειδή.
Τα συμπτώματα ανεπάρκειας Co στα μηρυκαστικά είναι βαθμιαία απώλεια της όρεξης και επιβράδυνση της ανάπτυξης με απώλεια σωματικού βάρους, ακολουθεί υπερβολική ανορεξία, γρήγορη καταβολή της θρεπτικής κατάστασης του ζώου, σοβαρή αναιμία και τελικά θάνατος.
Είναι δυνατό κατά την σοβαρή ανεπάρκεια Co να εκδηλωθεί διαστροφή της όρεξης (Pica), όπου τα ζώα μασούν προς κατανάλωση διάφορα υλικά (αλλοτριοφαγία), όπως οστά, χώμα, ξύλα, φλοιούς δένδρων, τρίχες κλπ. Παρόμοια φαινόμενα, όπως είδαμε, παρατηρούνται στα ζώα και με την ελλιπή πρόσληψη φωσφόρου. Πάντως, η ανεπάρκεια του Co στα μηρυκαστικά διαπιστώνεται μόνο με τη χορήγηση κοβαλτίου σε αυτά, οπότε τα συμπτώματα από την έλλειψη εξαφανίζονται. Η καχεκτική εμφάνιση των ζώων και η διασπορά της όρεξης των μηρυκαστικών μπορεί να οφείλεται και σ την ανεπάρκεια Ρ, γι’ αυτό αν τα φαινόμενα δεν βελτιωθούν μέσα σε 15 ημέρες από τη χορήγηση του Co στα ζώα, τότε θα πρέπει αυτά τα συμπτώματα να αποδοθούν στην έλλειψη του φωσφόρου.
Ο προσδιορισμός της περιεκτικότητας του συκωτιού σε Co ή σε βιταμίνη Β12, αποτελεί χρήσιμο και σίγουρο διαγνωστικό μέσο ανεπάρκειας του Co (κανονική περιεκτικότητα Co 0.2-0.3 χγρ/κιλό ξηράς ουσίας και βιταμίνη Β12 0,19 χγρ / γρ νωπού συκωτιού).

Όλα τα συμπτώματα ανεπάρκειας Co στα μηρυκαστικά ζώα υποχωρούν όταν γίνουν σε αυτά ενέσεις βιταμίνης Β12, ενώ με ένεση μόνο Co τα συμπτώματα δεν υποχωρούν, καθόσον ελάχιστη ποσότητα από το ενέσιμο Co πηγαίνει στους προστόμαχους των ζώων, όπου και παράγεται η βιταμίνη Β12 από τα συμβιούντα μικρόβια.
Έχει αναφερθεί ότι σε περιπτώσεις που οι τροφές των μηρυκαστικών δεν περιέχουν Co, τότε προστίθεται στο μίγμα συμπυκνωμένων τροφών ισορροπιστής κοβαλτίου (θειικό κοβάλτιο) ή δίνεται στο μηρυκαστικό πελλέτα άλατος Co, η οποία εγακθίστανται στους προστόμαχους και η οποία διαρκεί για ολόκληρη τη ζωή του ζώου, μια και η πελλέτα είναι δυσδιάλυτη .
Στα μη μηρυκαστικά ζώα και τον άνθρωπο, επειδή δεν μπορούν εύκολα να συνθέσουν βιταμίνη Β12, λόγω περιορισμένου αριθμού μικροβίων στο πεπτικό τους σύστημα, τους χορηγούνται με τις τροφές επαρκείς ποσότητες βιταμίνης Β12. Μάλιστα στον άνθρωπο επειδή η βιταμίνη Β12 είναι απαραίτητη για το σχηματισμό της δομής των ερυθροκυττάρων, της ωρίμανσης τους και για την πρόληψη της κακοήθους αναιμίας, η χορήγησής της κρίνεται όλως αναγκαία.
Οι φυτικές τροφές που παράγονται σε εδάφη με επαρκή περιεκτικότητα σε κοβάλτιο, περιέχουν ικανές ποσότητες από αυτό. Μεταξύ των ειδών των φυτών τα ψυχανθή περιέχουν περισσότερο κοβάλτιο, από ότι τα αγρωστώδη που αναπτύχθηκαν στο ίδιο έδαφος (χωράφι). Από τις ζωικές τροφές, εκτός του ηπατάλευρου, όλες οι άλλες περιέχουν μικρές ποσότητες κοβαλτίου.
Η ανεκτικότητα των μηρυκαστικών ζώων στο κοβάλτιο είναι σχετικά υψηλή ( 1 χγρ Co / κιλό σωματικού βάρους ημερησίως) και δεν έχουν παρατηρηθεί τοξικά φαινόμενα στα ζώα.

 

35051748 388402964978223 4167379270928171008 n

Η χρήση του φθορίου (F) στη διατροφή των ζώων

Επιμέλεια κειμένου: Μιχελή Παναγιώτα, Msc Γεωπόνος ΑΠΘ

Το φθόριο είναι χρήσιμο ιχνοστοιχείο διότι λαμβάνει μέρος στη σύνθεση της αδαμαντίνης (φθοροαπατίτης), ώστε να κρατούνται σε καλή κατάσταση τα δόντια και τα κόκαλα του σώματος των ζώων όταν αυτό προσλαμβάνεται από τα ζώα σε κανονικές ποσότητες. Αντίθετα, το F όταν προσλαμβάνεται σε μεγαλύτερες ποσότητες από τα ζώα (πάνω από 50 μέρη στο εκατομμύριο ή ppm ή 50 χιλιοστογραμμάρια ανά κιλό σιτηρεσίου) καθίσταται τοξικό (φθορίωση), φθείροντας την αδαμαντίνη των δοντιών, τα οποία χάνουν τη στολπνότητά τους, γίνονται λευκά – ασβεστώδη και κηλιδωτά και φθείρονται γρήγορα από τερηδόνα (σάπια δόντια), ενώ παραμορφώνονται τα κόκαλα και οι αρθρώσεις (κλειδώσεις) τους. Πάντως τα όρια της ωφέλιμης δόσης του βρίσκονται πολύ κοντά στα όρια της τοξικής του δόσης, γι’ αυτό το φθόριο πρέπει να προσεχθεί περισσότερο από κάθε άλλο ιχνοστοιχείο.
Το F είναι σωρευτικό δηλητήριο ώστε μικρές ποσότητές του που προσλαμβάνονται επί μακρό χρονικό διάστημα, μπορούν να παράγουν τοξικά φαινόμενα στο ζώο. Οι κυριότερες πηγές κινδύνου από το F είναι τόσο το νερό το οποίο περιέχει υπερβολικές ποσότητες F όσο και τα πετρώματα. Περιοχές που εμφανίζουν τα ζώα φθορίωση από πόσιμο νερό αναφέρονται στην Ινδία, την Αυστραλία, τη βόρεια και νότια Αφρική, τη βόρεια Αμερική κλπ, όπου το νερό αντλείται από το έδαφος (πηγάδια, αρτεσιανά) και περιέχουν F από 3 έως και 40 μέρη στο εκατομμύριο, ενώ τα επιφανειακά νερά περιέχουν λιγότερο F από 1 ppm. Άλλωστε και στη χώρα μας (κοινότητα Χρυσαυγή και Κολχικό της επαρχίας Λαγκαδά) έχουν παρατηρηθεί εστίες φθορίωσης τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους, η οποία οφείλονταν στη μεγάλη περιεκτικότητα των πόσιμων νερών της περιοχής σε φθόριο (3-15 μέρη στο εκατ.). Από μτην άλλη μεριά αν το πόσιμο νερό δεν περιέχει φθόριο, τότε αυτό φθοριώνεται σε αναλογία 1/100.000 ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα στους πληθυσμούς που υδρεύονται από έλλειψη F αυτή τη φορά.
Περιπτώσεις φθορίωσης έχουν αναφερθεί σε ζώα που βόσκουν κοντά ή μέσα σε βιομηχανικές περιοχές επεξεργασίας του αλουμινίου, του σιδήρου ή παραγωγής φωσφορούχων λιπασμάτων, λόγω μόλυνσης των χόρτων της βοσκής με καπνό και σκόνη που περιέχουν φθόριο.
Το F σε περίσσεια μέσα στον ζωικό οργανισμό αδρανοποιεί τα ένζυμα που έχουν σαν καταλύτες τα μέταλλα ασβέστιο, μαγνήσιο, μαγγάνιο, χαλκό και ψευδάργυρο, διότι σχηματίζει με αυτά ένωση μετάλλου – φθορίου. Έτσι, μεταξύ των άλλων, εμποδίζει την κυτταρική αναπνοή.
Μεταξύ των αγροτικών ζώων υπάρχουν διαφορές στις δυσμενείς επιδράσεις από το φθόριο. Έτσι οι αγελάδες είναι ευπαθέστερες (30-50 μ. εκ του σιτηρεσίου ή 30-50 χγρ / κιλό σιτηρεσίου) από ότι τα πρόβατα (70-100 χγρ / κιλό σιτηρεσίου), ενώ τα πτηνά (150-300 χγρ/κιλό σιτηρεσίου) ανέρχονται πολύ υψηλότερα επίπεδα F έναντι όλων των άλλων ζώων.
Φαίνεται ότι η οριακή δόση του φθορίου στα ζώα είναι 0,3 μέρη στο εκατομμύριο του σιτηρεσίου τους.

Φωτογραφία του χρήστη Zeoprofit Hellas ΙΚΕ.

 

Η χρήση του Μολυβδαίνιου (Μο) στη διατροφή των ζώων

Επιμέλεια κειμένου: Μιχελή Παναγιώτα, Msc Γεωπόνος

Ο ρόλος του μολυβδαίνιου είναι γνωστός στα φυτά και ιδιαίτερα στα ψυχανθή, στις ρίζες των οποίων δημιουργούνται τα φυμάτια, τα οποία δεσμεύουν το άζωτο της ατμόσφαιρας και του εδάφους, γι΄αυτό και σε αυτά τα φυτά δεν κάνουμε αζωτούχα λίπανση.
Το Μο συναντάται ενωμένο με πρωτεΐνη και περιέχεται σε ένζυμα όπως η ξανθινοξειδάση η οποία συμβάλλει στο μεταβολισμό (μετασχηματισμό) της ξανθίνης και υποξανθίνης σε ουρικό οξύ. Η δραστηριότητα της ξανθινοξειδάσης εξαρτάται από την παρουσία του Μο. Επίσης η αλδεϋδική δράση του συκωτιού, που καταλύει την οξείδωση των αλδεϋδών σε καρβοξυλικά οξέα, η βακτηριακή υδρογενάση και η νιτρική ρεδουκτάση περιέχουν το ιχνοστοιχείο μολυβδαίνιο. Το Μο επίσης είναι συμπαράγοντας του FAD και άλλων φλαβινοενζύμων.
Περισσότερο από το 50% του Μο που υπάρχει στο ζωικό σώμα βρίσκεται στο δέρμα, τις τρίχες, τους μυς και τα οστά.
Το Μο απορροφάται εύκολα από τη γαστρεντερική οδό και απεκκρίνεται κυρίως με τα ούρα. Η ποσότητα του μολυβδαινίου που απορροφάται ή εκκρίνεται από το σώμα του ζώου, επηρεάζεται από την ποσότητα των θειικών αλάτων της τροφής. Μεγάλη ποσότητα θειικών αυξάνει το εκκρινόμενο Μο από τα ούρα και δευτερευόντως από τα κόπρανα.
Υπό φυσικές συνθήκες δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα ανεπάρκειας του Μο σε κανένα από τα είδη των αγροτικών ζώων, παρά μόνο με τη χρήση πειραματικών σιτηρεσίων.
Περίσσεια Μο στις τροφές των ζώων δεσμεύει τον χαλκό και το αντίστροφο, δηλαδή το Μο είναι αντιμεταβολίτης του χαλκού (μολυβδαίνωση). Η έλλειψη χαλκού ή περίσσεια μολυβαδινίου στα ζώα προκαλεί ακατάσχετη διάρροια, η οποία καταλήγει σε επιβράδυνση της ανάπτυξης, απώλεια βάρους, αναιμία, μειωμένη παραγωγή και υψηλή θνησιμότητα. Έτσι, καταδεικνύεται ότι σε περίπτωση υπερβολικής πρόσληψης Μο, αυτό δεσμεύει τον χαλκό και προκαλούνται στα ζώα τα συμπτώματα που αναφέρθηκαν. Γι’ αυτό και στην περίσσεια Μο στις ζωοτροφές, χορηγούμε σε αυτά θειικό χαλκό από το στόμα ή με ενέσιμη μορφή ή με ανάμιξή του στο μίγμα συμπυκνωμένων τροφών.
Έλλειψη Μο από τις ζωοτροφές διευκολύνει τη συσσώρευση του χαλκού στο σώμα των προβάτων, τα οποία παρουσιάζουν ομαδικά κρούσματα αιμολυτικού ίκτερου.
Οι καρποί των σιτηρών και ψυχανθών φυτών όπως και τα υποπροϊόντα της σπορελαιουργίας ελαιούχων καρπών είναι καλές πληγές μολυβδαινίου. Τα πίτυρα και τα κτηνάλευρα της αλευροβιομηχανίας είναι πλούσιες πηγές Μο, ενώ οι ζωικές τροφές είναι φτωχές σε μολυβδαίνιο.

35533773 393275757824277 6447124796130983936 n

Η χρήση του Σεληνίου (Se) στη διατροφή των ζώων

Επιμέλεια κειμένου: Μιχελή Παναγιώτα, Msc Γεωπόνος

Όπως το μολυβδαίνιο έτσι και το σελήνιο, θεωρούνταν τοξικό στοιχείο για τα ζώα καθότι τα όρια της ωφέλιμης και της τοξικής δόσης είναι εξαιρετικά μικρά και δεν είναι ακόμα εξακριβωμένα.
Το σελήνιο σε μικρές δόσεις δρα παράλληλα με την βιταμίνη Ε, είναι συμπαράγοντας στα οξειδωτικά ενζυμικά συστήματα του ζωικού κυττάρου και η δράση του συνδέεται με τον μεταβολισμό των λιπών. Είναι συστατικό της γλουταθειονικής υπεροξειδάσης, η οποία καταστρέφει τις υπεροξειδάσεις των λιπαρών ουσιών (λιπών, λαδιών) και έτσι προστατεύει την κυτταρική μεμβράνη, προλαμβάνοντας την καταστροφή των λιπαρών της ουσιών. Επίσης το σελήνιο υπάρχει στη μυογλοβίνη, στο κυτόχρωμα C και σε μυϊκά ένζυμα.
Τα νεφρά και το συκώτι περιέχουν 5 φορές περισσότερο σελήνιο από ότι οι υπόλοιποι ιστοί του σώματος. Το σελήνιο εκκρίνεται με τα ούρα, η δε ποσότητα που αποβάλλεται στα κόπρανα είναι το αναπορρόφητο (μη απορροφημένο) μέρος της ζωοτροφής.
Σε μερικές περιοχές των ΗΠΑ και άλλων χωρών, το σελήνιο ευθύνεται για νοσηρές καταστάσεις των ζώων τοπικά γνωστές σαν αλκαλονόσος και τυφλότητα με κλονισμένο βάδισμα. Και τα δύο νοσήματα προέρχονται από υπερβολική συγκέντρωση στο σώμα του ζώου σεληνίου, λόγω κατανάλωσης φυτών και προϊόντων τους τα οποία περιέχουν μεγάλες ποσότητες σεληνίου (σεληνιόφιλα φυτά).
Με την αλκαλονόσο τα ζώα παρουσιάζουν νωθρότητα, κόβεται η όρεξή τους, αδυνατίζουν, πέφτουν οι τρίχες, έχουν δύσκαμπτες αρθρώσεις, παραμορφώνονται και ξεκολλούν οι οπλές και οι χηλές και ακολουθεί θάνατος λόγω ασιτίας, καθότι τα ζώα με πονεμένες αρθρώσεις και οπλές μετακινούνται δύσκολα προς εξασφάλιση τροφής και πόσιμου νερού.
Η τυφλότητα με κλονισμένο βάδισμα, παρουσιάζεται κυρίως σε βοοειδή και πρόβατα, τα οποία εμφανίζουν εξασθενημένη όραση, αδυνατίζουν, τα μπροστινά τους πόδια εξασθενούν και παραλύουν και τελικά πεθαίνουν από αναπνευστική ανεπάρκεια.
Στα σεληνιόφιλα φυτά, όπως το γένος Astragalus, το σελήνιο υποκαθιστά το θείο (θειάφι) στα αμινοξέα μεθειονίνη και κυστίνη, τα οποία παίρνουν μέρος στο σχηματισμό λευκωμάτων του ζωικού σώματος, όπως το μαλλί, οι τρίχες και οι οπλές – χηλές, υλικά που είναι πλούσια σε θειούχα αμινοξέα. Έτσι η συγκέντρωση του σεληνίου στο ζωικό σώμα παρεμποδίζει τη δράση θειούχων ενώσεων, οι οποίες είναι μεγάλης βιολογικής σημασίας.
Τα φυτά που αναπτύσσονται σε σεληνιούχα εδάφη απορροφούν το στοιχείο αυτό, ιδίως όμως τα σεληνιόφιλα, με αποτέλεσμα η περιεκτικότητά τους σ’ αυτό, τις περισσότερες φορές , να είναι τόσο μεγάλη που ξεπερνά κατά πολύ αυτή που υπάρχει στο έδαφος. Άλλωστε σε σεληνιούχα εδάφη επικρατούν τα σεληνιόφιλα φυτά, τα οποία αποτελούν και δείκτες των εδαφών με μεγάλη περιεκτικότητα σεληνίου.
Η τοξική επίδραση του σεληνίου ελαττώνεται όταν στα ζώα χορηγούνται τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε λεύκωμα ή όταν σε αυτά χορηγούνται, με τις τροφές, ελάχιστα ποσά αρσενικού. Όμως προσοχή χρειάζεται με το αρσενικό γιατί μεγαλύτερη δόση είναι θανατηφόρα.
Το έτος 1957 αποδείχθηκε ότι το σελήνιο, ενώ σε μεγάλες δόσεις είναι τοξικό, σε μικρές δοσολογίες μπορεί να προλάβει τόσο τη μυϊκή δυστροφία των αμνοεριφίων και μοσχαριών όσο και την εξυδρωματική διάθεση των πτηνών, παθήσεις που προέρχονται από την ελλιπή χορήγηση της βιταμίνης Ε στα ζώα.
Ομάδα ερευνητών παρατήρησε ότι η χορήγηση ζύμης ξυθοποιίας σε επίμυες (πειραματικά ποντίκια) και νεοσσούς πτηνών, μπορούσε να προλάβει τόσο τη νέκρωση του ήπατος των επιμύων όσο και την εξιδρωματική διάθεση των νεοσσών (αιμορραγικό νόσημα), που προξενούνται από έλλειψη βιταμίνης Ε στα ζώα. Στη ζύμη ζυθοποιίας βρέθηκε άγνωστος παράγοντας, ο οποίος ονομάστηκε παράγοντας 3 και ο οποίος περιείχε οργανική ένωση του σεληνίου. Από αυτή την ανακάλυψη άρχισε το σελήνιο να χρησιμοποιείται προληπτικά, χορηγούμενο στις τροφές τόσο των εγκύων αιγοπροβατινών όσο και των εγκύων αγελάδων που τρέφονταν με δυστροφογόνα σιτηρέσια, σε μικρές όμως ποσότητεες (1 χγρ / κιλό σιτηρεσίου).
Την παραπάνω πρακτική εφαρμόσαμε και εμείς σε ποίμνια και αγέλες δυστροφογόνων περιοχών της χώρας μας. Δυστροφογόνες περιοχές αναφέρονται για πολλές άλλες χώρες, όπως στις ΗΠΑ (Νέα Υόρκη, Μοντάνα, Όρεγκον, Γουινσκόνσιν, Μίσιγκαν, Νεβάδα κλπ), στον Καναδά, την Αυστραλία, Ρωσία, Ιαπωνία, Νέα Ζηλανδία και αλλού.

Φωτογραφία του χρήστη Zeoprofit Hellas ΙΚΕ.

Δημιουργία: Internet Technology Solutions Κατασκευή ιστοσελίδων Θεσσαλονίκη | Κατασκευή Eshop | Προώθηση ιστοσελίδων | Βελτιστοποίηση ιστοσελίδων | Portfolio | Web Design - Internet Marketing